To olivemagazine.gr δημιούργησε ένα λεξικό γεύσης με όλα τα γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου για να μην έχετε πια άγνωστες λέξεις στην κουζίνα.

Σ (σίγμα)

Σαβαρέν (Savarin)
Στρογγυλό κέικ με τρύπα στη μέση, που φτιάχνεται από ανάλαφρη ζύμη μαγιάς, σαν μπριός. Περιχύνεται με σιρόπι από ρούμι, αλείφεται με μαρμελάδα βερίκοκο και στο κέντρο γεμίζεται με σαντιγί και φρούτα. Αλλιώς λέγεται και μπαμπάς.

Σαβόϋ (Savoy) λάχανο
Ένα είδος λάχανου με σκούρο πράσινο χρώμα και φύλλα με έντονες φλέβες, το οποίο κόβεται σε σαλάτες ή γίνεται βάση για ντολμάδες.

Σαϊλαμπάμπ (Syllabub)
Παλιό αγγλικό γλυκό από χτυπημένη κρέμα γάλακτος, ζάχαρη, ξύσμα και χυμό λεμονιού.

Σαλμί (Salmis)
Ραγού με κυνήγι με πλούσια σάλτσα από κόκκινο κρασί. Το κρέας ψήνεται πρώτα στον φούρνο και εν συνεχεία αποτελειώνει το ψήσιμό του στην κατσαρόλα.

samosas

Σαμόζας (Samosas)
Πιτάκια της ινδικής κουζίνας από λεπτό φύλλο. Έχουν τριγωνικό σχήμα και περικλείουν στο κέντρο τους διαφόρων ειδών γεμίσεις (κρέας, λαχανικά, όσπρια κλπ). Τηγανίζονται μέσα σε μπόλικο καυτό λάδι και τρώγονται ζεστά σαν ορεκτικά.

Σαμπαγιόν (Sabayon)
Γαλλική εκδοχή της ιταλικής σάλτσας ζαμπαγιόνε (jabaglione) από κρόκους αβγών, ζάχαρη, σέρυ και νερό. Καμιά φορά στη σάλτσα προστίθεται και σαντιγί. Σερβίρεται μαζί με γλυκά που έχουν σαν βάση τα φρούτα.

Σαμπλέ μπισκότα (Sablé)
Γαλλικά μπισκότα φτιαγμένα από την πλούσια σε βούτυρο ζύμη σαμπλέ. Η ζύμη πλάθεται σε μακρουλό σχήμα σαν μπαστούνι, μπαίνει αρκετές ώρες στο ψυγείο για να κρυώσει και να σταθεροποιηθεί και μετά κόβεται σε λεπτές φέτες που αραδιάζονται σε ταψί και ψήνονται ώσπου να πάρουν χρώμα.

Σαμπρέ (Chambré)
Γαλλικός όρος που υποδηλώνει ότι ένα κόκκινο κρασί ή τυρί, έχει φθάσει σε θερμοκρασία δωματίου και είναι έτοιμο για σερβίρισμα.

charlotte-gl

Σαρλότ (Charlotte)
Με το όνομα αυτό αποκαλούνται δύο γλυκά που φτιάχνονται μέσα σε ειδική στρογγυλή και βαθιά φόρμα. Το ένα τρώγεται ζεστό και αποτελείται από στρώσεις σαβουαγιάρ, βούτυρο και μήλα κομπόστα. Το άλλο που είναι και περισσότερο γνωστό, η σαρλότ ρύς, τρώγεται κρύο και αποτελείται από ζελέ φρούτου, σαβουαγιάρ και μια πλούσια κρέμα.

Σατέ (Saté)
Ινδονησιακά ή Μαλαισιανά σουβλάκια. Μικροί κύβοι από κρέας, ψάρι ή κοτόπουλο περνιούνται σε ειδικά λεπτά ξυλάκια από μπαμπού και ψήνονται στη σχάρα ή στο γκριλ. Συνήθως συνοδεύονται με σάλτσα από φιστίκι.

Σατσούμα (Satsuma)
Εσπεριδοειδή που ανήκουν στην ίδια οικογένεια με τα μανταρίνια Κλιμεντίνες, αλλά είναι μικρότερα και δεν έχουν καθόλου κουκούτσια.

Astir-chateaubriand-kai-anoigma3

Σατωμπριάν (Chateaubriand)
Ένα διπλό φιλέτο μοσχαρίσιο, από την καρδιά του φιλέτου. Ψήνεται στη σχάρα και συνήθως αποτελεί πιάτο για δύο άτομα.

SAFRAN

Σαφράν (ή ζαφορά ή κρόκος)
Το ακριβότερο ίσως μπαχαρικό στον κόσμο, που προέρχεται από τους αποξηραμένους στήμονες του φυτού κρόκος. Το άρωμά του είναι μοναδικό και χρωματίζει τις τροφές με ένα βαθύ κίτρινο χρώμα. Αποτελεί βασικό συστατικό στην Ισπανική, Ανατολική και Ασιατική κουζίνα. Στην Ελλάδα καλλιεργείται στην Κοζάνη, και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή Κρόκος, που έχει πάρει το όνομά της από το ομώνυμο φυτό.

sagria

Σαγκρία
Αλκοολούχο ποτό-απεριτίφ, ισπανικής προέλευσης το οποίο φτιάχνεται από κόκκινο κρασί, το οποίο αρωματίζεται με ολόκληρα κομμάτια εσπεριδοειδών και φρούτων.

Σέλινο
Λαχανικό της οικογένειας των Σκυαδοφόρων από το οποίο χρησιμοποιούμε τους βλαστούς, τα φύλλα, τη ρίζα και τους σπόρους του. Υπάρχουν δύο είδη σέλινου, αυτό που είναι σε κλαδάκια και τη σελινόριζα. Από το σέλινο παράγεται ένα είδος αλατιού που χρησιμοποιείται στις δίαιτες. Η σελινόριζα καλλιεργείται μόνο για τη ρίζα της. Πωλείται χωρίς τα φύλλα της και όταν την αγοράζετε πρέπει να είναι βαριά και σφιχτή. Είναι εύπεπτη, περιέχει λίγες θερμίδες και είναι πλούσια σε φωσφόρο και νάτριο.

Σέπερντς πάϊ (Shepherd’s pie)
Κλασσική αγγλική πίτα, η πίτα του βοσκού όπως είναι και η ακριβής της μετάφραση, που έχει ως βάση τον αρνίσιο κιμά μαγειρεμένο με σάλτσα. Ο κιμάς σκεπάζεται με παχιά στρώση από πατάτες πουρέ και ψήνεται στον φούρνο μέχρι να πάρει χρώμα.

Σέρυ (Shery)
Κατηγορία ισπανικών κρασιών τα οποία αναμειγνύονται με μπράντυ και έχουν διαβαθμίσεις από ξηρό, μέτριο έως γλυκό σέρυ. Το σέρυ καταναλώνεται σαν απεριτίφ, αλλά έχει και πολλές χρήσεις στην μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική.

sechouan piperi

Σετσουάν, πιπέρι (Szechuan peppercorus)
Κινέζικο κόκκινο πιπέρι, λιγότερο καυτερό από ότι το μαύρο. Χρησιμοποιείται σε πίκλες, μαρινάδες και πιάτα με κρέας.

Σιϊτάκε (Shiitake)
Είδος μανιταριού που υπάρχει στην Κίνα και στην Ιαπωνία. Χρησιμοποιείται ευρύτατα σε πιάτα κινέζικης κουζίνας. Στις χώρες αυτές υπάρχει σε αφθονία φρέσκο, άγριο και καλλιεργημένο. Στην Ευρώπη το βρίσκουμε μόνο αποξηραμένο.

sicore laxano

Σικορέ
Λαχανικό το οποίο ανήκει στην οικογένεια των Συνθέτων από το οποίο καταναλώνουμε τα φύλλα του τα οποία τρώγονται ωμά ή ψημένα και είναι αναλόγως με την ποικιλία που διαλέγουμε λιγότερο ή περισσότερο πικρά.

Σινουά (Chinois)
Κωνικό μεταλλικό σουρωτήρι ιδανικό για να σουρώνει σάλτσες.

Σίτεμα
Το κρέμασμα κρέατος (συνηθέστερα του κυνηγιού) σε τσιγκέλια για ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να γίνει πιο τρυφερό.

Σκαλοπίνια (Scaloppine)
Ιταλικός όρος για λεπτές φέτες μοσχαρίσιου ή χοιρινού φιλέτου, που είτε πανάρονται με αυγό και γαλέτα και τηγανίζονται σε λάδι ή βούτυρο σαν τα σνίτσελ.

solomos me glaso moustarda_237875281

Σολομός
Αποδημητικό ψάρι το οποίο ανήκει στην οικογένεια των Σαλμονιδών, ζει στα γλυκά νερά και είναι περιζήτητο για την ποιότητα και τη σάρκα του που είναι ροζ χρώματος, λιπαρή και πολύ εύγευστη. Ο καπνιστός σολομός είναι μια εξαιρετική λιχουδιά και θεωρείται ο βασιλιάς των κρύων μπουφέδων. Σερβίρεται σε καναπεδάκια, σαλάτες, ζυμαρικά κ.λ.π.

sommelier

Σομελιέ (Sommelier)
Γαλλικός όρος για τον οινοχόο. Πρόκειται για άτομο ειδικό σε θέματα κρασιού, ο οποίος είναι αρμόδιος να βοηθά τους πελάτες ενός ρεστοράν να επιλέξουν το κατάλληλο κρασί σύμφωνα με ό,τι παρήγγειλαν να φάνε. Ο σομελιέ διαθέτει γνώσεις οινικές και είναι σε θέση να παντρέψει ιδανικά το κρασί με τις γεύσεις των φαγητών.

Sorbe rodakino -ANOIGMA

Σορμπέ (Sorbet)
Παγωμένο επιδόρπιο από χυμό φρούτων, νερό, ζάχαρη και μαρέγκα. Σερβίρεται ή στο τέλος ενός γεύματος σαν γλυκό ή στη μέση ενός επίσημου γεύματος για να ξεκουράσει και να προετοιμάσει τον ουρανίσκο για τα πιάτα που θα ακολουθήσουν.

Σορτ ντρινγκ
Κοκτέιλ που παρασκευάζονται από την μίξη αποστάγματος λικέρ με φρουτοχυμό ή σόδα και σερβίρονται κρύα με πάγο, μέσα σε ψηλό ποτήρι.

Σουκιγιάκι (Sukiyaki)
Πολύ γνωστό γιαπωνέζικο πιάτο, που μαγειρεύεται επί τόπου, στο τραπέζι. Αποτελείται από λεπτοκομμένα λαχανικά και κρέας κομμένα σε λεπτές σαν χαρτί φέτες. Τα λαχανικά και το κρέας ψήνονται σε σάλτσα σόγιας και σβήνονται με κρασί από ρύζι. Συνοδεύονται με ρύζι και ο κάθε καλεσμένος σερβίρεται μόνος του.

Σουκρούτ (Sauerkraut)
Ψιλοκομμένο άσπρο λάχανο τουρσί, σπεσιαλιτέ της βορειοανατολικής Ευρώπης. Τρώγεται ζεστό ή κρύο και συνοδεύει αλλαντικά και κρέατα κυρίως.

SUSHI2

Σούσι (Sushi)
Σούσι στην κυριολεξία θα πει ρύζι παστωμένο με ξύδι. Λέγοντας σούσι εννοούμε την κρύα ιαπωνική κουζίνα γενικότερα. Στην πιο απλή μορφή του, το σούσι είναι μπαστουνάκια από ρύζι βρασμένο και ανακατεμένο με ξύδι τα οποία γαρνίρονται με κομματάκια από πολύ φρέσκο ωμό ψάρι. Το σούσι συνήθως συνοδεύεται από σάλτσα σόγιας ή την καυτερή πράσινη σάλτσα γουασάμπι.

soufle-me-kounoupidi-mpeikon

Σουφλέ
Παρασκεύασμα αλμυρό ή γλυκό που τρώγεται ζεστό, αμέσως μόλις βγει από το φούρνο. Τα αλμυρά σουφλέ φτιάχνονται με πηχτή μπεσαμέλ και στη συνέχεια προστίθενται τα υλικά που επιθυμούμε ενώ τα γλυκά σουφλέ φτιάχνονται είτε με μίγμα από γάλα, είτε με πουρέ φρούτου και βρασμένη ζάχαρη.

Στίλτον (Stilton)
Αγγλικό τυρί το οποίο πρωτοεμφανίστηκε στη περιοχή του Λέστερ πριν από 200 περίπου χρόνια. Για τους Βρετανούς το Στίλτον είναι «ο βασιλιάς των τυριών». Είναι τυρί προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης, έχει σχήμα κυλινδρικό και παρασκευάζεται από παστεριωμένο, πλήρες, αγελαδινό γάλα. Έχει φυσική κρούστα, χρώμα ανοιχτό μπεζ που σκουραίνει στις άκρες και χαρακτηριστικούς μπλε μύκητες, όπως το ροκφόρ. Η γεύση του είναι μεστή και καθώς ωριμάζει γίνεται πιο πλούσια. Συνοδεύεται παραδοσιακά με πορτό και σερβίρεται στο τέλος του γεύματος.

Στίρ-φράϊ (Stir-fry)
Κινέζικη μέθοδος μαγειρέματος, συνήθως στο γουώκ (το ειδικό τηγάνι) όπου μικρά κομματάκια ή λωρίδες τροφίμων τηγανίζονται γρήγορα σε καυτό βούτυρο ή λάδι.

STOLLEN HIGH

Στόλεν (Stollen)
Γερμανικό χριστουγεννιάτικο κέικ με μαγιά, με γέμιση ξηρών φρούτων και ξηρών καρπών και καμιά φορά αμυγδαλόπαστας. Αφού ψηθεί, συνήθως πασπαλίζεται με ζάχαρη άχνη.

Στρατσιατέλα (Stracciatella)
Κλασσική ιταλική σούπα από ζωμό μοσχαριού ή κοτόπουλου. Καθώς βράζει, της προστίθεται ένα μείγμα από χτυπημένα αβγά, σιμιγδάλι και τριμμένη παρμεζάνα, που όταν ανακατεύεται, χωρίζεται σε κλωστούλες, απ’ όπου και το όνομα.

Σοτάρω (Sauter)
Γαλλικός όρος που σημαίνει τηγανίζω ελαφρά, κρέας ή λαχανικά, μέσα σε λίγο λίπος, σε ρηχό τηγάνι, ώσπου να πάρουν ένα ομοιόμορφο χρυσόξανθο χρώμα.

choux

Σου
Μικρό γλυκό το οποίο παρασκευάζεται με βάση φουσκωτή ζύμη, καραμελωμένη εξωτερικά, η οποία γεμίζεται με κρέμα βανίλιας. Σερβίρεται πάντα κρύο και γαρνίρεται με τρίμματα αμυγδάλου σε μικρή ποσότητα.

Σουμ
Οινοπνευματώδες ποτό που παρασκευάζεται από απόσταγμα βρασμένου ρυζιού που καταναλώνεται στη Κίνα και τη Νοτιοανατολική Ασία. Το σουμ αρωματίζεται καμιά φορά με φρούτα και λουλούδια.

Σουμάδα
Σιρόπι από ζάχαρη και αμυγδαλέλαιο το οποίο αραιώνεται με νερό και σερβίρεται ως αναψυκτικό, κυρίως σε γάμους και αρραβώνες.

Για να δείτε ολόκληρο το Λεξικό κουζίνας -από το Α ως το Ω- πατήστε ΕΔΩ

Δημοφιλή στο Protothema.gr

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Μαθετε πρωτοι τα μυστικα του olivemagazine.gr