«Η καλλιέργεια της ελιάς είναι ο αέναος κύκλος της ζωής για εμάς. Δεν υπάρχει αρχή και τέλος, απλά συνεχίζουμε να καλλιεργούμε τη γη». Με αυτό το στοχαστικό καλωσόρισμα με υποδέχτηκε στα 60 στρέμματα γης του, σπαρμένα όλα πέρα ως πέρα με ελιές ποτιστικές, ποικιλίας Κορωνέϊκης, ο Βαγγέλης Βασιλάκης, γέννημα θρέμμα Κρητικός, από τη Σητεία, που μεγάλωσε παίζοντας και μαζεύοντας το βιός της οικογένειάς του στον ελαιώνα της περιοχής Πλατυβόλια, λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από την πόλη.

Εκεί, σε υψόμετρο 112 μέτρων, με θέα ανεμπόδιστη στο γαλάζιο του κρητικού πελάγους, με τις μυρωδιές από το φρεσκοκομμένο γρασίδι και τα άγρια βότανα που καρποφορούν αβίαστα στη γη, να γαργαλούν τα ρουθούνια σου, συναντάς ως μοναδική ηχητική ενόχληση το κελάηδισμα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων από τα 800 λιόδεντρα του Βαγγέλη. «Άντε, πού και πού να ακούσεις και το τρακτέρ μου να οργώνει το χωράφι», μου λέει ο ίδιος χαμογελαστά. «Εδώ είναι το ησυχαστήριό μου», παραδέχεται και ευθύς αμέσως, μου διευκρινίζει «Ζω μόνιμα πλέον και σε, σχεδόν, απόλυτη αυτονομία, μέσα στον ελαιώνα μου, σε ένα μικρό σπίτι που υποστηρίζεται από φωτοβολταϊκά, ενώ το μποστάνι και το κοτέτσι μου, με βοηθούν ώστε να γεμίζω τακτικά τα ράφια και το ψυγείο μου με φρούτα, λαχανικά και φυσικά με φρέσκα αβγουλάκια ημέρας».

«Τι άλλο να ζητήσει κανείς» μου εξομολογείται με μία χαρακτηριστική ηρεμία στο πρόσωπό του, σκέφτομαι ζηλευτή από πολλούς που ασφυκτιούν στην καθημερινότητα της πόλης. Κοιτώντας, έπειτα γύρω μου δεν δυσκολεύομαι καθόλου να αντιληφθώ το γιατί ο Βαγγέλης ήδη από το 2012 που επέλεξε να ασχοληθεί συστηματικά πλέον με την καλλιέργεια της ελιάς και έχοντας ταξιδέψει για 7 ολόκληρα χρόνια σε σχεδόν ολόκληρη την Ασία, έχοντας ζήσει ως επαγγελματίας μουσικός στην Αγγλία αλλά και ακόμα νωρίτερα, έχοντας εργαστεί για χρόνια ως συντηρητής αρχαιοτήτων (αυτό σπούδασε) σε ανασκαφές στην Κρήτη και στην Ιορδανία, επέλεξε να δημιουργήσει εδώ τον δικό του ταπεινό παράδεισο. Του έδωσε μάλιστα και την διόλου αναπάντεχη ονομασία «Platovolia Vasilaki Olive Grove», θέλοντας να τιμήσει τον τόπο και την οικογένειά του, και τον έκλεισε σε δύο καλοσχεδιασμένα γυάλινα μπουκάλια, που εμπνεύστηκαν από τις διαφορετικές περιόδους συγκομιδής της ελιάς: Το Early October Harvest και το November Harvest.  Μαζί τους πια είναι έτοιμος -και πιο ώριμος καλλιεργητικά από ποτέ- να ταξιδέψει το χρυσοπράσινο, βιολογικό και premium εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδό του  μακριά, φτάνοντάς το μέχρι τις κουζίνες της Ευρώπης, και γιατί όχι στο μέλλον και ακόμα παραπέρα.

Το αγουρέλαιο του Early October Harvest

Η σειρά Early October harvest, όπως πληροφορούμαι από τον Βαγγέλη, αφορά αποκλειστικά και μόνο στην παραγωγή και στη διάθεση του αγουρέλαιου, του λαδιού αυτού που παράγεται σχετικά πρώιμα, πριν ωριμάσει δηλαδή ο ελαιόκαρπος, ενώ η γεύση του είναι πιο πικρή, πιο φρουτώδης, με μεγαλύτερες εντάσεις και ενισχυμένη την αίσθηση του πικάντικου στοιχείου.

«Το αγουρέλαιο» μου εξηγεί ο Βαγγέλης «έχει λαμπερό πράσινο χρώμα το οποίο και οφείλει στις χλωροφύλλες του άγουρου ελαιοκαρπού που προσδίδουν στο λάδι μεγαλύτερες αντιοξειδωτικές ιδιότητες, ενώ περιέχει όλες τις βιταμίνες και προβιταμίνες του ελαιολάδου, μέταλλα και πολυφαινόλες, που προστατεύουν τα κύτταρα από το οξειδωτικό στρες, το ενεργό οξυγόνο και τις ελεύθερες ρίζες».

Με την βοήθειά του, επιβεβαιώνω την πεποίθηση που κουβαλώ στο μυαλό μου εδώ και χρόνια, ότι δηλαδή, το αγουρέλαιο είναι προτιμότερο -ή μάλλον, για να το θέσω και πιο σωστά, αποδίδει το μέγιστο των γευστικών του δυνατοτήτων- όταν καταναλώνεται ωμό ή έστω σε συγκεκριμένες μαγειρικές. «Ωστόσο» παραδέχεται ο Βαγγέλης «όταν μαγειρεύω με αγουρέλαιο στο τσουκάλι, το φαγητό μου, μυρίζει χωριό, μυρίζει παράδοση και παρελθόν. Είναι σαν να κάθομαι πάλι ως παιδί στο τραπέζι του παππού και της γιαγιάς και τρώω μαζί τους, ντόπιες συνταγές, σερβιρισμένες μαζί με τις μνήμες και την ιστορία της οικογένειας».

 

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του «November harvest»

Από την άλλη, η συγκομιδή της ελιάς καθόλη τη διάρκεια του Νοεμβρίου, φέρνει στο μαύρο γυάλινο μπουκάλι του “November harvest”, πιο ήπιας έντασης γευστικά αποτελέσματα, σε σχέση με το αγουρέλαιο του Οκτωβρίου, «με γλυκά και έντονα αρώματα» όπως με πληροφορεί ο Βαγγέλης «και με ένα ελαφρύ και ντελικάτο σώμα, έτσι ώστε να μπορεί να συνοδεύσει περισσότερα φαγητά, είτε ωμά, είτε μαγειρεμένα».
Και εδώ, η συγκομιδή γίνεται με σύγχρονα μηχανικά μέσα που χρησιμοποιούνται με το χέρι, ώστε να υπάρχει καλύτερος έλεγχος και έτσι ώστε να αποφεύγεται τόσο ο τραυματισμός του δέντρου όσο και του ίδιου του καρπού. «Στο τέλος κάθε ημέρας» μου λέει ο Βαγγέλης «ο ελαιόκαρπος μεταφέρεται στο εργοστάσιο, μέσα σε ειδικά αεριζόμενα παλετοκιβώτια (και σε μεγάλα τελάρα των 25 κιλών το καθένα), ώστε να διατηρούνται οι premium ιδιότητες του ελαιολάδου».
www.plativolia.gr